ἐριπτοίητος

ἐριπτοίητος, ον,
A much scared, Nonn.D.28.13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριπτοίητος — ἐριπτοίητος, ον (Α) αυτός που πτοείται, που φοβάται υπερβολικά, ο έντρομος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. πρόθημα ερι + πτοητός (< πτοώ)] …   Dictionary of Greek

  • ἐριπτοίητος — much scared masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριπτοίητον — ἐριπτοίητος much scared masc/fem acc sg ἐριπτοίητος much scared neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.